Ερμηνεία: που σπέρνεται δύο φορές το χρόνο
Ποιητικό
Παράδειγμα: Πουλεί χωράφια δίσπειρα και βούδια συζευγμένα.
Αρσενικό: Ενικός: δίσπερος Πληθυντικός: δίσπεροι
Θηλυκό: Ενικός: δίσπερος Πληθυντικός: δίσπεροι
Ουδέτερο: Ενικός: δίσπερον Πληθυντικός: δίσπερα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας και ποιητικής χρήσης.