Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαρκουλιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αρκουλά̤ζω Προφορά: τσαρκουλεάζω
  1. καλύπτω με καλύπτρα, κεφαλοπάνι, βέλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια