Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίσεχτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίσεχτος Προφορά: δίσεχτος
  1. ανάποδος, κακός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    χρόνος που έχει κάθε τετραετία 366 ημέρες

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Ήταν κι ο χρόνος δίσεκτος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια