Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ταάνυφος (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. ταά̤νυφος , 2. τα̤ά̤νυφος
Προφορά: 1. ταάενυφος , 2. τεαεάνυφος
νεόνυμφος
η γυναίκα που στεφανώθηκε στα κοντά, λίγο πριν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ταά̤νυφος
Πληθυντικός: ταά̤νυφοι
Παρατηρήσεις - Σχόλια