Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νεάζω Προφορά: νεάζω
  1. λιπαίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ενέαζεν και εποίν'νεν τα χωράφα̤ τ’ άμον φούστρον.

  2. ξανανιώνω δείχνω ή φαίνομαι νέος, συμπεριφέρομαι σαν νέος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. ξανανιώνω δείχνω πιο νέος από ότι είμαι, διατηρούμε νέος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αττικό νεάζω

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: νεάζω
    Παρατατικός: ενέαζα
    Μέλλοντας: θα νεάζω
    Αόριστος: ενέασα
    Προστακτική: νέασον!

    3. Παραδείγματα:
    Νεά' εις και πάς- ξαι κι λές να γερά' εις.
    Εγώ νεάζω γιατί κι' εφτάω ζωήν σποταλεμένον! - νεάζω γιατί δεν κάνω άσωτη ζωή.

    4. Αναφορά:
    το γαρ νεάζον... (Σοφοκλή Τραχίνιαι 144)

Παρατηρήσεις - Σχόλια