Προέλευση: από το αριθμητικό δύο και το αρχαίο ουσιαστικό σάκκος
Παραδείγματα: 1) Έσυρεν το δίσακκον σ’ ωμίν ατ’ κ’ εχπάστεν. (δισάκκι) 2) Τ’ ουλωνών τα δίσακκα ευκαίρωσεν. (έμαθε τη γνώμη του καθενός, Ιδίωμα: Άδισσας)
Ενικός: δίσακκον Πληθυντικός: δίσακκα