Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσουροπέγαδον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουροπέγαδον
Προφορά: τσουροπέγαδον
βρύση που στέρεψε
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Κι άλλο πλαν καικά έτον έναν τσουροπέγαδον μαϊσσωμένον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσουροπέαδον (το)
τζουροπέαδον (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια