τσουρανέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουρανέα
Προφορά: τσουρανέα
-
θάμνος με λεπτούς και ευλύγιστους κλάδους αγκαθωτούς με καρπό χρώματος βαθέος κόκκινου και
που έμοιαζε με βοτρύδια. Από τα κλαδιά της έκαναν στη Χαλδία φορκάλα̤ και στη Σαντά τσουχαβέλια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)