Ερμηνείες:
1) εκείνος που φέρεται ως φίλος και δικαιολογεί τον καθένα διάδικο
2) ύφασμα που δεν έχει καλήν και κακήν, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο μεριές
Προέλευση:
από το αρχαίο επίθετο διπρόσωπος
Παράδειγμα:
Διπρόσωπος πως είσαι, μετ’ εμέν’ λες και μασχαρεύ’ς, και με τ’ άλλτς στρώντς και κείσαι.