Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπρόσωπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: διπρόσωπος Προφορά: διπρόσωπος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) εκείνος που φέρεται ως φίλος και δικαιολογεί τον καθένα διάδικο
    2) ύφασμα που δεν έχει καλήν και κακήν, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο μεριές

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο διπρόσωπος

    Παράδειγμα:
    Διπρόσωπος πως είσαι, μετ’ εμέν’ λες και μασχαρεύ’ς, και με τ’ άλλτς στρώντς και κείσαι.

  2. υποκριτής, δόλιος, ανειλικρινής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια