Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίπορτον (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπορτον Προφορά: δίπορτον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    με δύο πόρτες

    Παράδειγμα:
    Πουλεί οσπίτα̤ δίπορτα και αύλα̤ς μαρμαρωμένα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια