Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαϊρότοπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αϊρότοπος Προφορά: τσαϊρότοπος
  1. ο τόπος που παράγει άφθονο χόρτο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια