Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρώγω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τρώγω Προφορά: τρώγω
  1. τρώω αφαιρώ κάτι από κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τρώγω = σπάω κάτι με τα δόντια, ροκανίζω

    Παθητική φωνή:
    φαείουμαι = τρώγομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια