Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπλόχερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: διπλόχͮερος Προφορά: διπλόσερος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που έχει βοηθό στην εργασία του

Παρατηρήσεις - Σχόλια