Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κακόπαρτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κακόπαρτος Προφορά: κακόπαρτος
  1. 1) δύσκολος για δρόμο, δουλειά 2) για κόρη που δύσκολα συγκατατίθεται σε γάμο, αλλά μετά εύκολα προσαρμόζεται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ αρχοντόπουλον κακόπαρτον και καλοκυβέρνητον. (παροιμία)

  2. 1) ο δύσκολος στην εκτέλεση 2) αυτός που δύσκολα διανύεται 3) αυτός που δύσκολα συγκατατίθεται σε γάμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια