Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τροπάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τροπάρ’ Προφορά: τροπάρ
  1. τροπάριο σύντομο εκκλησιαστικό άσμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια