Ερμηνεία: διπλά χαλκοματένιο
Ποιητικό
Παράδειγμα: (Είχͮεν) κι έναν μικρόν πορτόπον διπλοχάλκενον.
Αρσενικό: Ενικός: διπλοχάλκινος Πληθυντικός: διπλοχάλκινοι
Θηλυκό: Ενικός: διπλοχάλκινος Πληθυντικός: διπλοχάλκινοι
Ουδέτερο: Ενικός: διπλοχάλκινον Πληθυντικός: διπλοχάλκινα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας και ποιητικής χρήσης του λήμματος