Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπλοφώναγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διπλοφώναγμαν Προφορά: διπλοφώναγμαν
  1. επίκληση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    δεύτερη φωνή

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Εγώ σο διπλοφώναγμα σ’ καράβιν εβυθίστεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια