Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριπλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τριπλάζω Προφορά: τριπλάζω
  1. επαναλαμβάνω κάτι τρεις φορές, οργώνω χωράφι ή βοτανίζω κήπο τρεις φορές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. τριπλασιάζω οργώνω για τρίτη φορά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια