Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ούλ’ Προφορά: τσούλ
  1. κιλίμι, στρώμα, παλιόπραγμα, κουρέλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Ένοιξα την ταρχανάν απάν’ σο τσ̌ούλ’. (κιλίμι, στρώμα)
    2) . Έχͮ’ κ’ έρ’ται ο Καλαντάρ’τς, τσ̌ούλα̤ δέσον σο ποδάρ’τς. (παλιόπραγμα, κουρέλι)
    3) Κρεμίζω το τσ̌ούλ σο νερόν. (γίνομαι αδιάντροπος)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια