Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσουκλαεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουκλαεύω
Προφορά: τσουκλαεύω
όταν σε ώρα δισταγμού, απορίας εκφέρει "τσουκ τσουκ"
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Ο μουχτάρ’τς σίτα̤ ζουλίζ’ το τσιγάρον, ετσουκλάεψεν και είπεν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια