τσοκαρμά (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌οκαρμά
Προφορά: τσοκαρμά
-
1) ζουμί από βρασμένα τσίρια
2) βρασμένο και κομμένο ταν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) ζουμί από βρασμένα τσίρια
2) βρασμένο και κομμένο ταν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)