Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη τσ̌οάπ
Ιδίωμα: Οινοής
Παραδείγματα: 1) Σά θωρεί την ασ̌κεμόκτιστο, τί τσ̌οάπ να δίωμε; 2) Ναϊλί εμέν’, να βάϊ εμέν’ κανείς τσ̌οάπ’ κι δί’ με.