Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπλοκουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διπλοκουρεύω Προφορά: διπλοκουρεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κουρεύω διπλά

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά διπλός + κουρεύω

    Παράδειγμα:
    Την κόρ’ καθίζ’νε σο σκαμνίν κι ατέν διπλοκουρεύ’νε.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    κουρεύω καλά, σύρριζα

Παρατηρήσεις - Σχόλια