Ερμηνεία: κουρεύω διπλά
Προέλευση: από τα συνθετικά διπλός + κουρεύω
Παράδειγμα: Την κόρ’ καθίζ’νε σο σκαμνίν κι ατέν διπλοκουρεύ’νε.
Ερμηνεία: κουρεύω καλά, σύρριζα
Ενεστώτας: διπλοκουρεύω Παρατατικός: εδιπλοκούρευα / 'διπλοκούρευα Μέλλοντας: θα διπλοκουρεύω Αόριστος: εδιπλοκούρεψα / 'διπλοκούρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους,