Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διπλάζω Προφορά: διπλάζω
  1. διπλασιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Απόψ’ η νύχτα ’δίπλασεν κι ο φέγγον επιάστεν. (κάνω διπλό, διπλασιάζω)
    2) Διπλάζω το χωράφ’. (οργώνω για δεύτερη φορά)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο διπλάζω = διπλασιάζω

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κάνω κάτι διπλό, δύο φορές

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1) κάνω κάτι δύο φορές
    2) γίνομαι διπλός

Παρατηρήσεις - Σχόλια