Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Απόψ’ η νύχτα ’δίπλασεν κι ο φέγγον επιάστεν. (κάνω διπλό, διπλασιάζω)
2) Διπλάζω το χωράφ’. (οργώνω για δεύτερη φορά)
Προέλευση:
από το αρχαίο διπλάζω = διπλασιάζω
Ερμηνεία:
κάνω κάτι διπλό, δύο φορές
Ερμηνείες:
1) κάνω κάτι δύο φορές
2) γίνομαι διπλός