Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρίβω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τρίβω Προφορά: τρίβω
  1. τρίβω, προστρίβω μεταβάλλω κάτι σε τρίματα, μικρά κομμάτια, θρύμματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τρίβω

    Παθητική Φωνή:
    τρίφκουμαι = τρίβομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια