Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριβίλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριβίλ’ Προφορά: τριβίλ
  1. κυλινδρικό χοντρό ξύλο πάνω στο οποίο μετακινούν τη μυλόπετρα όταν είναι ανάγκη να την ανασηκώσουν, κάθε υπομόχλιο για μετακίνηση μεγάλων βαρών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη tribolo = κυλινδρικό αυλακωτό ξύλο

Παρατηρήσεις - Σχόλια