Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σασιεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ασ̌ιεύω
Προφορά: σασιεύω
απορώ, θαυμάζω
1) μένω κατάπληκτος/εμβρόντητος 2) τα χάνω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση :
τουρκική, από την τουρκική λέξη sasmak = απορώ, εκπλήσσομαι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σασεύω
σεσεύω
Παρατηρήσεις - Σχόλια