Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα τρέφω
Παράδειγμα: Ο ύπνος θρεφίζ’ τα μάγουλα.
Ενεστώτας: θρεφίζω Παρατατικός: εθρέφιζα Μέλλοντας: θα θρεφίζω Αόριστος: εθρέφισα / εθρέφ'σα / έθρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.