Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζόχα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌όχα Προφορά: τζόχα
  1. 1) μάλλινο ύφασμα 2) μάλλινο πανωφόρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη coha

Παρατηρήσεις - Σχόλια