τζουφόπονος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: τζουφόπονος
Προφορά: τζουφόπονος
-
αυτός που δεν αντέχει και στον ελάχιστο πόνο ή αυτός που συνεχώς παραπονιέται για τον παραμικρό πόνο ότι πονάει πολύ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης