Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συμψιλλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συμψιλλίζω Προφορά: συμψιλλίζω
  1. εξετάζω, λεπτολογώ ερευνώ κάτι λεπτομερώς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια