συζευξία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συζευξία
Προφορά: συζευξία
-
σύζευξη, συναιτερισμός
το ζέψιμο ου βιδιού κάποιου νοικοκύρη με το βόδι του άλλου νοικοκύρη (επειδή έχουν από ένα βόδι)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης