Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουνίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουνίν Προφορά: κουνίν
  1. κούνια μεγάλη, ξύλινη κούνια με στολίδια (Ιδίωμα: Σαντάς) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη cuna

    Παράδειγμα:
    Σαντέτ’κον κουνίν. (μεγάλη, ξύλινη κούνια με στολίδια)

  2. η κούνια του μωρού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κούνια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια