Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συγκατάβαση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συγκατάβαση Προφορά: συγκατάβαση
  1. υποχωρητικότητα, επιείκεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη συγκατάβασις= συγκατάνευση

Παρατηρήσεις - Σχόλια