Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δεβάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δεβάζω Προφορά: δεβάζω
  1. διαβάζω, υποφέρω, καταστρέφομαι, σφάζω, σφάζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Να, δέβασον το γράμμαν. (διαβάζω)
    2) Έλα δέβασο με ασό ποτάμ’. (περνώ άλλον αντίπερα)
    3) Ντο έσυρα και εδέβασα με την πεθερά μ’! (υποφέρω)
    4) Δεβασμένος (γραμματισμένος)
    5) Δεβάζω σo χͮέρ'.
    6) Δεβάζ’ ατο κα, πάω χαμένος. (καταστρέφομαι)
    7) Εδέβασεν ατο κα. (δεν ξέρει τι θα πει ντροπή)
    8) Δεβάζω σό μαχͮαίρ'. (σφάζω)
    9) Διαβαίνω σό μαχͮαίρ'. (σφάζομαι, αμετάβατο)
    10) Εκείνο κι άλλα δώδεκα σ’ έναν μαχͮαίρ' εδέβαν.

  2. διαβάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) περνώ κάποιον απέναντι
    2) στέλνω κάπου κάποιον

  3. διαβάζω, μελετώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια