Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιμίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌ιμίδ' Προφορά: τζιμίδ
  1. εγκέφαλος, νούς 1) ό,τι μένει από τα καρύδια μετά την αφαίρεση του λαδιού 2) πολτός από πίτυρα ως τροφή αγελάδας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το μεσαιωνικό σιμιδία, όπου στα λατινικά λέγεται cimedia-ae = η μάζα του εγκεφάλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια