Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουπρόν (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουπρόν Προφορά: τζουπρόν
  1. ατροφικό (για καρπούς) το μη μεστωμένο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια