Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταχτάρισμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταχτάρισμα Προφορά: ταχτάρισμα
  1. 1) η πράξη του ταχταρίζω 2) τραγουδάκι απ' αυτά που τραγουδούν οι γυναίκες όταν ταχταρίζουν τα βρέφη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια