Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταφή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταφή Προφορά: ταφή
  1. ενταφιασμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό ταφή

Παρατηρήσεις - Σχόλια