Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τατανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τατανεύω Προφορά: τατανεύω
  1. καλομαθαίνω κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη dadanmak= λαμβάνω γεύση, γλυκαίνομαι, δελεάζομαι

    Μέση Φωνή:
    τατανεύκουμαι= συνηθίζω, γλυκαίνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια