Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ταξιδιώτης (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ταξιδιώτης
Προφορά: ταξιδιώτης
1) αυτός που μεταναστεύει 2) μοναχός που περιοδεύει κάνοντας έρανο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια