Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τάξη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τάξη Προφορά: τάξη
  1. τάξη, ευκοσμία, σεμνότητα, εθιμοτυπία 1) τάξιμο σε άγιο 2) τάξη του σχολείου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τάξις = διάταξη, διακόσμηση

Παρατηρήσεις - Σχόλια