Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταντούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταντούρ' Προφορά: ταντούρ
  1. 1) σωρός ξύλων σκεπασμένων με χώμα για καρβουνοποίηση 2) εστία βαθιά σκαμμένη στο έδαφος στη μέση του σπιτιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια