Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σουρτούκω (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σουρτούκω
Προφορά: σουρτούκω
αλήτισσα,ρεμπέτισσα
παιδί του δρόμου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Αρσενικό:
σουρτούκς=αλήτης,ρεμπέτης,παιδί του δρόμου
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σουρτούκα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια