Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταγή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταγή Προφορά: ταγή
  1. τροφή από κριθάρι στα ζώα, γενικά διατροφή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια