Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χερομυλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮερομυλίζω Προφορά: σερομυλίζω
  1. αλέθω το γέννημα γυρνώντας τις μυλόπετρες με το χέρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα χειρομυλίζω

  2. γυρνώ το χερόμυλο για να αλέσω σιτηρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια