Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσέπρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσέπρα Προφορά: τσέπρα
  1. 1) μελανά στίγματα φρούτων 2) δερματική ασθένεια, λέπρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσεπρώ (έχω λέπρα)

  2. ψώρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια