Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στοχαστικός (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: στοχαστικός
Προφορά: στοχαστικός
προσεκτικός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
αρχ. στοχαστικός= αυτός που ανήκει στο στοχασμό, την εικασία, υπόθεση
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια