Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παρακάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρακάλ' Προφορά: παρακάλ
  1. παράκληση, ικεσία, παρακάλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    παρακάλ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια