Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πλιγούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πλιγούρ' Προφορά: πλιγούρ
  1. χοντροαλεσμένο σιτάρι που προηγούμενα είχε βραστεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bulgur

    Σχόλιο:
    1.Χρησιμοποιείται αντί ρυζιού για το πιλάφι
    2.πνιγούρι-πνίγω, επειδή πριν αλεστεί είχε βραστεί

Παρατηρήσεις - Σχόλια